Μπήκε η άνοιξη με το Βυζάντιο να έχει ρεπό και την κλωστή της θυμισης να με τραβάει προς τον Ευρωπαϊκό βορρά. Παλιός κι αγαπημένος φίλος αρχησε να κάνει βουτιές στην πραγματικότητα μου. Εδώ και μέρες ενα συνεχες πηγαινελα, πέρα από τη μέρα και τη νύχτα, πάνω από τ´ανθισμένα λιβάδια, τον μεγάλο Ατλαντικο και τους πετρινους δρόμους των πόλεων. Η σκέψη μας ενώνει με μια κορδέλα αόρατη, νυν και αει και εις τους αιώνας των αιώνων.
Monday, April 15, 2013
Tuesday, January 1, 2013
Sunday, November 11, 2012
Λεξεις
Κουβέντες πεσμένες στο πάτωμα, όχι πως ήτανε βαριές, αλλά καθώς τις έστελνα στον άλλον, αυτός απροσεκτος δεν τις έπιανε και τουπεφταν.
Ετσι μαζεύτικαν χνουδι στους διαδρόμους και τα σαλόνια του μυαλου.
Μαζεύω τις λέξεις από καταγης και τις τακτοποιώ.
Τις δενω με κορδέλες να τις κρεμάσω ανάμεσα στα δέντρα, αντίκρυ από τη θάλασσα. Το φως του ήλιου θα τις ξεβαψει, θα τις απαλύνει.
Τα πουλιά θα κάθονται πάνω τους να τις στολίζουν κι ο αέρας θα τις κάνει τραγούδι.
Γυρλαντες απο λέξεις όπως : "σε φιλώ", "χαιρε", "έλα", "σε θέλω", "σ´αγαπω", "φυγε για να ξαναρθεις", "χαρά μου", "ματακια μου", "όνειρο", "ευτυχία", "χρώμα", "μουσική", "νερό", "φως", "αέρας", "φωτιά", "έρωτας".
Saturday, January 7, 2012
Sunday, September 4, 2011
Χερια
Σκέφτομαι τη μαμά μου που δεν υπάρχει πια. Κοιτάζω τα χέρια μου που γερνάνε και θυμάμαι τα δικα της. Τα χέρια μας δεν μοιάζουν. Εκείνη έλεγε πως έχω τα χέρια του μπαμπά μου και της άρεσε να τα κοιτάζει και να τα χαϊδεύει. Εγώ ξέρω πως οι δείκτες των χεριών μου είναι ίδιοι με εκείνους της γιαγιάς μου, της μάνας της, πως τα νύχια μου έχουν σκληρές αυλακιες σαν του μπαμπά μου και πως η μαμά μου δεν ήξερε πότε πώς να περιποιηθεί τα νύχια της.
Τον τελευταίο χρόνο πριν πεθάνει, πάθαινε μικρά εγκεφαλικά. Ένα απο αυτά της είχε μισoπαραλύσει το αριστερο της χέρι που έτσι κλειστό και γυρισμενο προς τα μέσα έμοιαζε με πόδι πουλιού.
Ενάμιση χρόνο πριν φυγει της είχα βγάλει τις χρυσές αλυσίδες απο τον λαιμό, τα δαχτυλιδια και τη βέρα της και τελευταία τα βραχιολια. Άδειασαν κι αχρηστεύτηκαν σιγά σιγά τα χέρια της.
Τα χέρια της μαμάς μου που χτυπούσαν, τσιμπούσαν, έγδερναν, ζύμωναν, έτριβαν την μπουγάδα, παλιά κουβαλούσαν νερό, έβαφαν τοίχους, κεντούσαν, έπλεκαν, μαγείρευαν, ξεμάτιαζαν, χάϊδευαν και πάνω απ´ολα έπαιζαν μαζί μου αυτό το παιχνίδι: περπατούσαμε στο δρόμο πιασμένες χέρι χέρι και σφίγγαμε η μια το χέρι της άλλης μ´εναν κώδικα μυστικό που σήμαινε "σ´αγαπώ", "ειμ´εδω", "μη φοβάσαι", "στηρίξου".
Δυό μέρες πριν φύγει, την ευχαρίστησα για όλα όσα έκανε για μένα φιλώντας της τα χέρια.
Tuesday, August 16, 2011
Στην Αμερικα
Έφτασα και πάλι στην Αμέρικα, στο ήσυχο και ληθαργικό Μιντγουέστ, μακριά από τα βάσανα του κόσμου, την οικονομική κρίση, την ανεργία, τους αγανακτισμένους με τα τσαντίρια τους παρκαρισμενους μήνες στις πλατείες, τους ταξιτζήδες να μας κάνουν δήθεν τη ζωή πιο δύσκολη, αλλά τελικά μάλλον βρήκαμε τρόπους να κάνουμε τη δουλειά μας χωρίς αυτούς.
Στην Αμέρικα λοιπόν και πάλι να παλεύω με μια ζωή μονότονη μα σίγουρη, να καθαρίζω και να περιποιουμαι τους κήπους του σπιτιού μου, να βάζω σε τάξη τα πράγματα μου και καθε τόσο να με πιάνει διάθεση φυγής και να θέλω να πάρω το πρώτο αεροπλάνο να ξαναβρεθω στη χώρα της γλυκειάς ανασφάλειας, εκεί που μιλούν τη γλώσσα μου, εκεί που η μυρωδιά της θάλασσας με τραβάει από τη μύτη, τα πρωινά όταν βγαίνω από το σπίτι μου.
Εδώ μυρίζω το φρεσκοκομμένο γρασίδι, χαζεύω τα πουλιά που πετούν στα δέντρα μου, τα ακούω να κελαηδούν πρωί πρωί όταν ξυπνάω.
Η ζωή μου μοιρασμένη σε δυο πραγματικότητες τελείως διαφορετικές. Θα ήθελα να μπορούσα να διαλέξω τη μία απο τις δύο, αλλά δεν γίνεται. Έτσι και γω θα είμαι για πάντα πολίτης του κόσμου, αυτού της γεωγραφίας και του άλλου, του κόσμου του ονείρου.
Tuesday, April 12, 2011
Η ακρη του νηματος
Εδωπάνω στη φωτογραφία μια παρέα σβούρες περιμένουν να ρθει η ώρα τους να στριφογυρίσουν, να στραφταλίσουν στον ήλιο, να τις παίξουνε χέρια παιδικά, να κερδίσουν τα στοιχήματα, να ισορροπήσουν στο γυαλιστερό καρφί τους.
Subscribe to:
Posts (Atom)




