Monday, August 30, 2010

Φασολια και Καντιοζαχαρη


Πριν λίγες μέρες βρέθηκα στη δυτική Μακεδονία όπου καλλιεργούν φασόλια και τα πουλούν "συσκευασμένα" μέσα σε χρωματιστές πλαστικές σακουλές.Όταν είχαμε φασολάδα στο σπίτι με κυνηγούσαν να φάω το φαι μου. Εκτός από τους γλυκούς γίγαντες, όλα τα άλλα φασόλια τα έβρισκα τόσο βαρετά και φλύαρα που μου έφερναν πονοκέφαλο .Στις Πρεσπες τις προάλλες δοκίμασα φασόλια γλυκό! Αν έβρισκα παλιά τα φασόλια "φλύαρα", το  φασόλι γλυκό θα έπρεπε να το χαρακτηρίσω μια μεταμοντέρνα υπερβολή. Δεν ήταν δυσάρεστο στη γεύση, απλά τα σάκχαρα με τα αμυλα θα μπορούσαν εύκολα να φέρουν τον οποιονδήποτε διαβητικό σε θανατηφόρο κώμα.Τον Μάρτη που πήγα στην Πόλη είδα στη βιτρίνα του Haci Bekir να πουλούν καντιοζαχαρη.Δεν ξέρω πόσοι θυμούνται σήμερα η ξέρουν καν τι είναι η καντιοζαχαρη.Όταν μικρή είχα ιλαρά, η γιαγιά μου πήγε στα αχταρικα της αγορας Βλαλη, στο Καπανι  δηλαδή, κι αγόρασε καντιοζαχαρη. Είχε αυτό το χαρακτηριστικό καρπουζι χρώμα, κομμένη σε ρόμβους. Μου έδωσε έναν ολόκληρο ρόμβο λέγοντας μου "φατον για να φύγει η αρρώστια και να γιάνεις". Δεν πίστευα στα μάτια μου και στ'αυτια μου. Συνήθως τα γιατρικα ήταν φριχτά παρασκευάσματα μεσαιωνικής βαρβαρότητας. Και ω, του θαύματος, τώρα με υποχρέωναν να φάω με την ησυχία μου ένα λαχταριστό κατακόκκινο κομμάτι ζάχαρης!Η ξαφνική εικόνα της καντιοζαχαρης στα σοκάκια της Πόλης έφερε στο νου μου την χρόνια τώρα χαμένη πολιτισσα γιαγιακα μου. Δεν μπήκα στο μαγαζί να πάρω ένα κομμάτι να το φαω, μου φτασε μόνο που την φωτογράφισα...

Πως μετρουσα τον χρονο

Κάποτε στη Φλωρεντία σ'ενα μάθημα Αρχαιολογίας άκουσα πως στην αρχαιότητα  οι μηνες μετριόταν με τα φεγγάρια και ειχαν αυτά τα ονόματα:

Εκατομβαιών : σελήνη Ιουλίου 
Μεταγειτνιών : σελήνη Αυγούστου
Βοηδρομιών : σελήνη Σεπτεμβρίου
Πυανεψιών : σελήνη Οκτωβρίου
Μαιμακτηριών : σελήνη Νοεμβρίου

Ποσειδεών : σελήνη Δεκεμβρίου
Γαμηλιών : σελήνη Ιανουαρίου
Ανθεστηριών : σελήνη Φεβρουαρίου
Ελαφηβολιών : σελήνη Μαρτίου
Μουνιχιών : σελήνη Απριλίου

Θαργηλιών : σελήνη Μαΐου
Σκιροφοριών : σελήνη Ιουνίου


 

Οι χρονιες για μενα ξεκινανε παντα απο τις αρχες του Ιουνη που ειναι τα γενέθλια μου κι οσο ζουσα στην Ελλαδα τον χρονο τον μετρουσα καπως ετσι:

Ιούνιος λοιπόν, ο Θεριστής:
τα γενέθλια μου, το τέλος της σχολικής χρονιάς (φτου ξελεφτερια!), οι φωτιές του Αη Γιαννη του Πρόδρομου. Πηγαίναμε με τη γιαγια μου στο πανηγύρι του στην εκκλησια με τις κατακομβες. το αγιασμα και το μεγαλο μαρμαρινο βαπτιστηριο στην βαθιά αυλη. Εκει στο πλαι της Αγια Σοφιας.

Ιούλιος, ο Αλωνάρης
Παραθεριση στη Χαλκιδικη και οπου αλλου. Πανηγυρια παντου στην Ελλαδα. Μπανια! Καβουρια, αχινοι, γαλυπες, ψαρακια, παιχνιδια στην αμμο, στα νερα, νυχτερινα μπανια, ερωτες στο κυμα, χυμα...

Αυγουστος, το πανηγύρι της Παναγιας, οι μεδουσες-σημαδι πως το καλοκαιρι τελειωνει, συκα, τα πρωτα σταφυλια, τα τελευταια μπανια.

Σεπτέμβριος στη Σαλονικη, ολοι τρελλαμενοι με την  ΔΕΘ, ενα υπεροχο πανηγυρι, ερχοταν συγγενεις και φιλοι να μεινουν στο σπιτι μας. Ανοιγε το σχολειο, πρωτοβροχια.


Οκτώβριος, βροχες να εναλλασονται με λιακαδες, του Αγιου Δημητριου, ταρατατζουμ και λαμπαδηφωριες,  χρυσανθεμα και παρελασεις, εγω δεν εκανα ποτε παρελαση και το καυχιεμαι, .


Νοέμβριος, γκριζαδες, οι κυνηγοι φιλοι του μπαμπα επιαναν λαγους, μαζευαν μανηταρια απο το Σειχ Σου και τα εφερναν σπιτι να τα μαγειρεψει η μαμα να γιορτασουν τη γιορτη τους, των Ταξιαρχων.

Δεκέμβριος, του Αη Νικολα, της Αγιας Βαρβαρας και μετα Χριστουγεννα. Μπακλαβαδες, κανταιφια, βασιλοπιτες, ολο το σπιτι να μοσχοβολαει. Τα φωτακια του δεντρου ν'αναβοσβυνουν και γω να περναω ωρες κυταζοντας τα ευτυχισμενη.


Ιανουάριος, Ο Αη Βασιλης με τα δωρα που εμφανιζονταν μυστηριωδως, τα Φωτα με τον σταυρο στη θαλασσα, κι η γιορτη μου Αγιου Αθανασιου. Συχνα εκεινη τη μερα εκανε παγωνια και δεν ερχοταν κανεις επισκεψη.

Φεβρουάριος, κρυο αλλα και Τσικνοπεμτη, Καρναβαλια, πρωτα στα μπαλ ντ' ανφαν και μετα στα μπαλ μασκε. Η χαρα της μεταμφιεσης. Σερπαντινες, μπαλονια, μασκες, κομφετι!

Μάρτιος, Καθαρη Δευτερα με λαγανες και νηστησιμα, χαρταετους στο Σειχ Σου.  Το πάρτι γενεθλιων της Μαίρης, η 25η Μαρτίου, τα χελιδόνια που φαιρνουν την ανοιξη...

Απρίλιος, διακοπες του Πασχα. Μεγαλη Πεμπτη βαφαμε κόκκινα αυγά, φτιαχναμε τσουρέκια,  μετα επισκεψη στους νονους - λαμπαδες, Επιταφειος, Πασχαλινο τραπεζι με μαγειριτσα και αρνί. Και κοκκινα παπουτσια για δωρο.


Μάιος, Πρωτομαγια, μαγιατικο στεφανι, πασχαλιες, ανοιξιάτικες ευωδιές, εκδρομουλες, λιακαδες κι ερωτες.

Sunday, August 29, 2010

Saturday, June 19, 2010

Καλοκαιρινο μπουρινι


Απόγευμα Παρασκευής στη Σαλονικη. Οι ουρανοί σκοτείνιασαν, η θάλασσα γέμισε άσπρα κύματα, πράσινα φύκια ανάκατα με σκουπίδια πηγαινοέρχονται στ'αφρισμενα νερά. Στον ορίζοντα αστραπές. Τα πάντα τυλιγμένα σε μιαν ηλεκτρισμένη, ανησυχητική μουντάδα.
Καλοκαιρινό μπουρίνι στον Θερμαΐκό τώρα όπως και χρόνια πριν, το '61 νομίζω. Γυρίζαμε με το καραβάκι της γραμμής από τα μπανια απέναντι, με τον μπαμπά μου, όταν μας έπιασε ξαφνικό μπουρίνι. Το καραβάκι κλυδωνιζόταν στα κύματα, έμπαιναν νερά από την κουπαστή, ο μπαμπάς μου τότε μου ζήτησε το σωσίβιο μου. Το παιδικό μου το μυαλό δεν σκέφτηκε πως αυτό ακριβώς ήταν το σωστό, ο ενήλικας να φοράει το σωσίβιο και να κρατάει το παιδί. Εγώ είχα νομίσει πως ήθελε να σωθεί αυτός μόνο και γω θα χανόμουνα παρασυρμένη από το κύμα. Για καλή μας τύχη ήρθε μια μαούνα και μας τράβηξε στο λιμάνι, βγήκαμε σε μιαν αποβάθρα μακρινή, όλοι βρεγμενοι, τρομαγμένοι και τυλιγμένοι με τις πετσέτες του μπάνιου. Μας ανέβασαν σε βαγόνια ξύλινα απ'αυτα που παλιά είχαν μεταφέρει τους Εβραίους στα στρατόπεδα, και μας πήγαν μέχρι την έξοδο του λιμανιού.. Μεχρι να φτασουμε ειχε στο μεταξύ αλλάξει κι ο καιρός.
Τώρα
έλαμπαν οι λακκούβες κι οι πέτρες από το καλντερίμι σ'ενα κιτρινο φως απο κεινο το μαγικο σαν βγαινει ο ηλιος μετα απο νεροποντη.

Thursday, June 10, 2010

Θερος

Ιούνιος στην Ελλάδα, ο Θεριστής όπως τον έλεγαν παλιά
Και όντως από την στιγμή που έφτασα ακούω συνεχώς για ζωές ανθρώπων που κόπηκε το νήμα τους, τους θέρισε ο Χάρος
Άλλοι απ' αυτους ήταν γέροι, οπότε είχε έρθει η ώρα τους, άλλα ένας τους έφυγε πριν την ώρα του. Φίλος παλιός , ο Γιώργος Παλιαδέλης που χάθηκε ξαφνικά, την μέρα μετά τα γενέθλια μου. Το βράδυ πριν τον πάρει το δρεπάνι, άκουγα σ'ενα μπαρ το "Bella Ciao", κλασσικό τραγούδι της Ιταλικής αριστεράς που το πρωτοάκουσα στο σπίτι του. Η εικόνα του πέρασε απ' τον νου μου και σκέφτηκα να πάω να τον δω στο μαγαζί του μια από τις ερχόμενες μέρες. Μια φορά που τον είχαμε συναντήσει με τον Μαξ στα Λουλουδάδικα μου είπε "να περνάς να με βλέπεις όταν έρχεσαι στη Σαλονίκη. Αλλιώς θα μου κακοφανεί. Είναι σα να ρθω εγώ στο Σαιντ Λούις και να μην περάσω να πω ένα γεια".
Δυστυχώς το επόμενο πρωί έμαθα τον χαμό του και δάκρυσα γιατί έχασα κάποιο σπουδαίο άτομο που ζούσε στην πόλη μου.
Ήταν γλυκός, ευγενικός κι ανοιχτόκαρδος άνθρωπος, με ένα εγκάρδιο χαμόγελο και το ματάκι παιχνιδιάρικο. Μ' έκανε να αισθάνομαι πάντα καλά, μου φαίρνοταν με ειλικρινή φιλοξενεία και αγάπη κι ας μην βλεπόμασταν συχνά. Τώρα κάθε φορά που θα περνώ απο το μαγαζί με τα ροδάκια θα θλίβομαι ξέροντας πως ποτέ πια δεν θα τον ξανασυναντήσω.

Καλή σου νύχτα Γιώργο κι πέρνα όποτε θες απο τα όνειρα μας...

Wednesday, June 9, 2010

Κατω απ' τη μουρια ενας μαυρομουραρος


Καθώς οδηγούσα τις προάλλες στο Σαιντ Λούις, ειδα ξαφνικά σ'ενα δρομάκι μια τεράστια  μουριά κατάφορτη με μαύρα μούρα. Σταμάτισα αμέσως το αυτοκίνητο, κατέβηκα κι άρχησα με χαρά να μαζεύω και να τρώω τους ώρημους γλυκούς καρπούς μέχρι που τα χέρια μου βάφτηκαν μαβιά.
Απο την πρώτη άνοιξη που βρέθηκα στο Σαιντ Λούις ανακάλυψα πως η πόλη ειναι γεμάτη μεγάλες μουριές. Τις πρόσεξα απο τους μώβ λεκέδες κάτω απο το παχύ τους φύλλωμα που πάντα τέτοιο καιρό ειναι γεμάτο πουλιά που τσιμπολογούν τα μούρα.
Κανείς άλλος εκτός απο τα πουλιά δεν φαίνεται να καταδέχεται να τα μαζέψει να τα φάει. Οι Αμερικανικές πόλεις ειναι γεμάτες πανύψηλες μουριές που σε τίποτα δεν μοιάζουν με εκείνες τις δικές μας με τους κοντόχοντρους κορμούς που πάνω τους έβγαιναν λεπτά κλαδάκια κι έκαναν τα δέντρα να μοιάζουν με ταβανόσκουπες με άσπρα καλτσάκια. Τις μουριές αν τις αφήσει κανείς να μεγαλώσουν αβίαστα, γίνονται δέντρα μεγάλα, σκιερά και μας φιλεύουν κάθε που ο ήλιος μπαίνει στον οίκο των Διδύμων με τους γλυκούς και μυρωδάτους τους καρπούς.
Θυμάμαι παλιά, την γιαγιά Ευτέρπη να έρχεται στο σπίτι μας κάπου εκεί κοντά στα γενέθλια μου και να φέρνει δύο μικρά ψάθινα καλαθάκια γεμάτα το ενα με άσπρα και τ'άλλο με μαύρα μούρα. Και γω να κάθομαι και να τρώω μία απο το ένα και μία απο τ'άλλο ψάχνοντας να δώ αν μ'αρέσουν πιο πολύ τα μαύρα η τα άσπρα μούρα...
Ποτέ μου δεν κατάφερα να προτιμήσω τα μεν απο τα δε, ομως ανεπιφύλακτα βρίσκω  πως τα πιο νόστιμα μούρα ειναι μεγάλα κι εχουν ενα χρώμα απαλό ροζ-μωβ.