Sunday, September 4, 2011

Χερια


Σκεφτομαι τη μαμά μου που δεν υπάρχει πια. Κοιτάζω τα χέρια μου που γερνάνε και θυμάμαι τα δικα της. Τα χέρια μας δεν μοιάζουν. Εκείνη έλεγε πως έχω τα χέρια του μπαμπά μου και της άρεσε να τα κοιτάζει και να τα χαϊδεύει. Εγώ ξέρω πως οι δείκτες των χεριών μου είναι ίδιοι με εκείνους της γιαγιάς μου, της μάνας της, πως τα νυχια μου έχουν σκληρές αυλακιες σαν του μπαμπά μου και πως η μαμά μου δεν ήξερε πότε πως να περιποιηθει τα νύχια της.
Τον τελευταίο χρόνο πριν πεθάνει πάθαινε μικρά εγκεφαλικά. Ένα απο αυτά της είχε μισό παραλύσει το αριστερο της χέρι που έτσι κλειστό και γυρισμενο προς τα μέσα έμοιαζε με πόδι πουλιού.
Ενάμιση χρόνο πριν φυγει της είχα βγάλει τις χρυσές αλυσίδες απο τον λαιμό, τα δαχτυλιδια και τη βερα της και τελευταία τα βραχιολια. Άδειασαν κι αχρηστευτικαν σιγά σιγά τα χέρια της.
Τα χεριας της μαμάς μου που χτυπούσαν, τσιμπουσαν, εγδερναν, ζυμωναν, ετριβαν τη μπουγαδα, παλιά κουβαλουσαν νερό, έβαφαν τοίχους, κεντουσαν, έπλεκαν, μαγειρευαν, ξεματιαζαν, χαϊδεύαν και πάνω απ´ολα έπαιζαν μαζί μου αυτό το παιχνίδι: περπατουσαμε στο δρόμο πιασμενες χέρι χέρι και σφιγγαμε η μια το χέρι της άλλης μ´εναν κώδικα μυστικό που σήμαινε "σ´αγαπώ", "ειμ´εδω", "μη φοβάσαι", "στηριξου".
Δυο μέρες πριν φύγει, την ευχαριστησα για όλα όσα έκανε για μένα φιλοντας της τα χέρια.