Sunday, September 4, 2011

Χερια


Σκέφτομαι τη μαμά μου που δεν υπάρχει πια. Κοιτάζω τα χέρια μου που γερνάνε και θυμάμαι τα δικα της. Τα χέρια μας δεν μοιάζουν. Εκείνη έλεγε πως έχω τα χέρια του μπαμπά μου και της άρεσε να τα κοιτάζει και να τα χαϊδεύει. Εγώ ξέρω πως οι δείκτες των χεριών μου είναι ίδιοι με εκείνους της γιαγιάς μου, της μάνας της, πως τα νύχια μου έχουν σκληρές αυλακιες σαν του μπαμπά μου και πως η μαμά μου δεν ήξερε πότε πώς να περιποιηθεί τα νύχια της.
Τον τελευταίο χρόνο πριν πεθάνει, πάθαινε μικρά εγκεφαλικά. Ένα απο αυτά της είχε μισoπαραλύσει το αριστερο της χέρι που έτσι κλειστό και γυρισμενο προς τα μέσα έμοιαζε με πόδι πουλιού.
Ενάμιση χρόνο πριν φυγει της είχα βγάλει τις χρυσές αλυσίδες απο τον λαιμό, τα δαχτυλιδια και τη βέρα της και τελευταία τα βραχιολια. Άδειασαν κι αχρηστεύτηκαν σιγά σιγά τα χέρια της.
Τα χέρια της μαμάς μου που χτυπούσαν, τσιμπούσαν, έγδερναν, ζύμωναν, έτριβαν την μπουγάδα, παλιά κουβαλούσαν νερό, έβαφαν τοίχους, κεντούσαν, έπλεκαν, μαγείρευαν, ξεμάτιαζαν, χάϊδευαν και πάνω απ´ολα έπαιζαν μαζί μου αυτό το παιχνίδι: περπατούσαμε στο δρόμο πιασμένες χέρι χέρι και σφίγγαμε η μια το χέρι της άλλης μ´εναν κώδικα μυστικό που σήμαινε "σ´αγαπώ", "ειμ´εδω", "μη φοβάσαι", "στηρίξου".
Δυό μέρες πριν φύγει, την ευχαρίστησα για όλα όσα έκανε για μένα φιλώντας της τα χέρια.

Tuesday, August 16, 2011

Στην Αμερικα


Έφτασα και πάλι στην Αμέρικα, στο ήσυχο και ληθαργικό Μιντγουέστ, μακριά από τα βάσανα του κόσμου, την οικονομική κρίση, την ανεργία, τους αγανακτισμένους με τα τσαντίρια τους παρκαρισμενους μήνες στις πλατείες, τους ταξιτζήδες να μας κάνουν δήθεν τη ζωή πιο δύσκολη, αλλά τελικά μάλλον βρήκαμε τρόπους να κάνουμε τη δουλειά μας χωρίς αυτούς.
Στην Αμέρικα λοιπόν και πάλι να παλεύω με μια ζωή μονότονη μα σίγουρη, να καθαρίζω και να περιποιουμαι τους κήπους του σπιτιού μου, να βάζω σε τάξη τα πράγματα μου και καθε τόσο να με πιάνει διάθεση φυγής και να θέλω να πάρω το πρώτο αεροπλάνο να ξαναβρεθω στη χώρα της γλυκειάς ανασφάλειας, εκεί που μιλούν τη γλώσσα μου, εκεί που η μυρωδιά της θάλασσας με τραβάει από τη μύτη, τα πρωινά όταν βγαίνω από το σπίτι μου.
Εδώ μυρίζω το φρεσκοκομμένο γρασίδι, χαζεύω τα πουλιά που πετούν στα δέντρα μου, τα ακούω να κελαηδούν πρωί πρωί όταν ξυπνάω.
Η ζωή μου μοιρασμένη σε δυο πραγματικότητες τελείως διαφορετικές. Θα ήθελα να μπορούσα να διαλέξω τη μία απο τις δύο, αλλά δεν γίνεται. Έτσι και γω θα είμαι για πάντα πολίτης του κόσμου, αυτού της γεωγραφίας και του άλλου, του ονείρου.

Tuesday, April 12, 2011

Η ακρη του νηματος


Ελεγε η γιαγια μου "σε μια κλωστη κρεμεται η ζωη μας". Και γω συμπληρωνω πως στην μιαν άκρη του νήματος είμαστε σβούρες που γυρίζουν πότε ισορροπώντας και πότε πέφτοντας. Σβούρα χρωματιστή και γώ, πότε στροβιλίζομαι στην Ευρώπη και πότε στην Αμερική.
Εδωπάνω στη φωτογραφία μια παρέα σβούρες περιμένουν να ρθει η ώρα τους να στριφογυρίσουν, να στραφταλίσουν στον ήλιο, να τις παίξουνε χέρια παιδικά, να κερδίσουν τα στοιχήματα, να ισορροπήσουν στο γυαλιστερό καρφί τους. 

Thursday, February 3, 2011

Χημικες εξισωσεις.

Φαρμακα και φαρμακια, στηριζουν τη ζωη μας καθαριζουν το αιμα μας, αλλαζουν τη διαθεση μας. Το σωμα μια μηχανη που χρειαζεται συντηριση, εξαρταται απο χημικες εξισωσεις.
Ουσιες συνθετικες με ονοματα συνθηματικα υποσχονται την σωματικη και συναισθηματικη αναγεννηση.
Και τα φαρμακεια μετατρεπονται σε ναους ελπιδας και πρωτης βοηθειας.  

Λευκοι οριζοντες


Μερες σκεπασμενες με χιονι, λευκοι οριζοντες, γαλαζιες σκιες, το φλυτζανι  ζεσταινει τις παλαμες μας...

Παγωμενος αερας, ζεστη μυρωδια απο τσαι με περγαμοντο, καιρος για εσωστρεφια και περισυλλογη.